δημώδης

δημ-ώδης, ες,
A popular: μουσική, σωφροσύνη, in the popular sense, Pl.Phd.61a, Lg.710a;

ἀρεταὶ καὶ κακίαι Phld.Rh. 1.217

S.; hackneyed,

κοινὰ καὶ δ. ὀνόματα Longin.40.2

;

στιχίδια Plu. Per.30

, cf. Ael.VH3.3; λόγος ib.3.45; τὸ δ. πλῆθος, of civilians, opp. στρατιωτικοί, Hdn.1.4.8, cf. 1.15.7; of a prostitute, common, AP7.345. Adv.

-δῶς Apollon.Cit.1

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δημώδης — popular masc/fem acc pl (attic epic doric) δημώδης popular masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) δημώδης popular masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημώδης — ες (AM δημώδης, ες) [δήμος] αυτός που αναφέρεται στον λαό ή πηγάζει από αυτόν, ο δημοτικός, ο λαϊκός αρχ. 1. ευτελής, ασήμαντος, αγοραίος 2. το θηλ. ως ουσ. η δημώδης η εταίρα, η πόρνη …   Dictionary of Greek

  • δημωδέστερον — δημώδης popular adverbial comp δημώδης popular masc acc comp sg δημώδης popular neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημώδει — δημώδης popular masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) δημώδης popular masc/fem/neut dat sg δημώδεϊ , δημώδης popular dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημώδη — δημώδης popular neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) δημώδης popular masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) δημώδης popular masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημωδεστέρων — δημώδης popular fem gen comp pl δημώδης popular masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημωδεστέρως — δημώδης popular masc acc comp pl (doric) δημώδης popular comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημῶδες — δημώδης popular masc/fem voc sg δημώδης popular neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημώδεις — δημώδης popular masc/fem acc pl δημώδης popular masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημωδεστέροις — δημώδης popular masc/neut dat comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημωδέστατος — δημώδης popular masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.